Γλώσσα:
Παροιμίες Διάφορες
Παροιμίες

Γνωμικά

Παροιμίες Διάφορες από paidika.gr

Γελά ο τρελός στ' αγέλαστα.

Η αλήθεια και οι ακτίνες του ηλίου δεν λερώνονται.

Δε μπορεί κανείς να ανεβεί στη πλάτη σου,
εκτός αν εσύ ο ίδιος σκύψεις.

Η φωτιά και το νερό δεν έχουν μαλλιά.

Κοντός ψαλμός αλληλούϊα.

Η γνώση κάνει υπερήφανους, η σοφία ταπεινούς.

Όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος.

Με όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γραμματα θα μάθεις.

Καθαρός ουρανός αστραπές δε φοβάται.

Ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός.

Μια του κλέφτη , δυο του κλέφτη , τρεις και η κακή του μέρα.

Ο καλός ο φίλος στην ανάγκη φαίνεται.

Πριν μιλήσεις, βούτα καλά τη γλώσσα σου στο μυαλό σου.

Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους.

Οποίος δεν μιλάει το θάφτουν ζωντανό.

Έμαθα γδυτός και ντρέπομαι ντυμένος.

Αγαπά ο κάπελας το μεθυσμένο, μα γαμπρό δεν τον κάν'.

Ουδέν κακό αμιγές καλού.

Θέλεις να χάσεις ένα φίλο; Δάνεισε του χρήματα.

Όλα τα δάχτυλα δεν είναι ίσα.

Αν δεν ακούσεις και τους δυο κανένα μη δικάσεις.

Όποιος είν' έξω απ' το χορό, πολλά τραγούδια ξέρει.

Η κολακεία δε σε βλάπτει τόσο σοβαρά, αν εσύ δεν την εισπνέεις.

Άλλοι σπέρνουν και θερίζουν κι άλλοι τρών' και μαγαρίζουν.

Το πολύ το κύριε ελέησον το βαριέται κι ο Θεός.

Ο ανόητος σκέφτεται το αύριο, ενώ ο σοφός απολαμβάνει το σήμερα.

Ο λόγος σου με χόρτασε και τα ψωμί σου φάτο.

Ο κακός χρόνος περνάει, ο κακός γείτονας δεν περνάει.

Όποιο χορτάρι γελάς, στην πόρτα σου φυτρώνει.

Σπεύδε βραδέως.

Όσα βρέχει ο Θεός, τόσα καταπίνει η γη.

Μην παίρνεις δίκιο ορφανού, ούτε τόπο ποταμού.

Στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα.

Από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα.

Η τιμή, τιμή δεν έχει και χαρά στον που την έχει.

Το δένδρο που' χει τον καρπό όλο πετροβολιέται.

Αλλού τ' όνειρο κι αλλού το θάμα.

Από το στόμα σου και στου θεού στ' αυτί.

Η τέχνη και η πονηριά τη νικά την αντρειά.

Ζαβός ζαβή παντρεύτηκε ζαβά παιδιά θα κάνουν.

Τη γυναίκα σου χτυπάς, το σπιτάκι σου χαλάς.

Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλο λόγο μην πεις.

Όποιου του μέλλει να πνιγεί, ποτέ του δεν πεθαίνει.

Κάλλιο λόγια στο χωράφι, παρά μάγκανα στ' αλώνι.

Η βιάση ψήνει το ψωμί, μα δεν το καλοψήνει.

Θέλει ν' ανθίσει το δενδρί μα η πάχνη δεν τ' αφήνει.

Σε ξένο χωράφι, δρεπάνι μη βάζεις.

Απ' τ' αυτί και στο δάσκαλο.

Ώρα καλή στην πρύμνη σου κι αέρα στα πανιά σου.

Το δένδρο από το καρπό γνωρίζεται.

Βαράτε με κι ας κλαίω!

Ο πλάτανος θέλει νερό κι η λεύκα θέλει αέρα.

Χρόνου φείδου.

Τέχνη θέλει το πριόνι κι όποιος το βαστά να ιδρώνει.

Η νύφη όντας θα γεννηθεί της πεθεράς θα μοιάσει.

Δείξε μου το φίλου σου, να σου πω ποιος είσαι.

Γελά ο μωρός καν τι μη γελοίον ει.

Δάσκαλε που δίδασκες και λόγο δεν εκράτεις.

Ζήσε μαύρε μου, τον Μάη να φας τριφύλλι.

Ο ύπνος θρέφει το παιδί κι ο ήλιος το μοσχάρι
κι ο γέροντας θέλει κρασί να γίνει παληκάρι.

Η καλή νοικοκυρά είναι δούλα και κυρά.

Αυγό να πάρεις απ' αυτόν δεν έχει κρόκο μέσα.

Τώρα που η θάλασσα έγινε γιαούρτι, εμείς δεν έχουμε κουτάλια.

Γηράσκω αεί διδασκόμενος.

Χτίζει σπίτια η ομόνοια, τα γκρεμίζει η διχόνοια.

Μην απελπίζεις άνθρωπο με τη δική σου γνώση,
γιατί δεν ξέρεις ο Θεός τι έχει να του δώσει.

Σα δεν θέλει να ζυμώσει , πέντε μέρες κοσκινάει.

Ψαρεύει σε θολά νερά.

Για σένα μαυρομάτα μου έβγαλα εγώ τα μάτια μου.

Στις εννιά του μακαρίτη, άλλος μπήκε μες' το σπίτι.

Και ο άγιος φοβέρα θέλει.

Βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ.

Η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά.

Τα ίδια Παντελάκη μου τα ίδια Παντελή μου.

Ρωτώντας πας στην Πόλη.

Κλαίνε οι χήρες , κλαίνε κι' οι παντρεμένες.

Είπ' ο ένας το 'να τ' άλλο κι ο παπάς το κύριε ελέησον.

Το δις εξ'αμαρτείν ουκ ανδρός σοφού.

Πρόβατο που βελάζει χάνει την χαψιά του.

Αχάριστο ευλογείς, νεκρό δανείζεις.

Για τον παρά κολάζεσαι, με τον παρά κι αγιάζεις.

Τ' Αγι' Αντωνιού, τ' Αϊ Θανασιού, του βλάχαρου ο Χειμώνας.

Δεν πίν' η κατσούλα ξίδι.

Εγώ καλά παντρεύτηκα κι ας κλαίει όποιος με πήρε.

Στερνή μου γνώση να σ΄ είχα πρώτα.

Ό,τι δίνεις παίρνεις.

Βροντάν τα σίδερα, βροντάν κι οι σακοράφες.

Δυο μαρτυράνε, έναν κρεμάνε.

Η τρέλα δεν πάει στα βουνά.

Γλυκάθηκε η γριά τα σύκα κι έφαγε και τα συκόφυλλα.

Δώθε πάν' οι άλλοι.

Ύπνος γλυκός σαν σου κατεβεί, πήγαινε να κοιμηθείς.

Το φαϊ και το ξύσιμο ώσπου ν' αρχίσουν θέλει.

Στη βράση κολλάει το σίδερο.

Δες μάνα και πάρε κόρη.

Εκεί που σ'αγαπούν να μην πολυπηγαίνεις,
γιατί αν τύχει και σε βαρεθούν δε θα' χεις τι να γένεις.

Βλέπεις φαΐ, κάτσε φάε. Βλέπεις ξύλο, σήκω φύγε.

Έβαλε την ουρά στα σκέλια.

Άβρακος έβαλε βρακί, σε κάθε πόρτα το έδειχνε.

Του γειτόνου μας ο σκύλος, γείτονας είναι κι εκείνος.

Πέσε πέσε το κοπέλι, κάνει την κυρά και θέλει.

Έφτασε ο κόμπος στο χτένι.

Μη φυτρώνεις εκεί που δε σε σπέρνουν.

Τα ράσα δεν κάνουν τον παπά.

Σπίτι μου σπιτάκι μου και σπιτοκαλυβάκι μου.

Δος κρασί να βγει η αλήθεια.

Ότι μικρομάθαινες, δεν τα γεροντάφηνες.

Σαν αστράφτει και βροντά, δέσε την βάρκα του ψαρά.

Έχεις παράδες; Σου κάνουν τεμενάδες.

Ο ξένος και ο ποταμός τον τόπο τους γυρεύουν.

Στολίστει η νύφη κι απόμεινε.

Βρες μου ένα ψεύτη να σου βρω κι εγώ ένα κλέφτη.

Δεν είναι Γιάννης, είναι Γιαννάκης.

Πρέπει να το 'χει η κούτρα σου, να κατεβάζει ψείρες.

Αλλού τηρά κι αλλού βλέπει.

Πίνει η κότα μας νερό, μα ξανοίγει το Θεό.

Βοήθα με φτωχέ, να μην σου μοιάσω.

Έχε τα πόδια σου ζεστά, την κεφαλή σου κρύα,
τον στόμαχόν σου ελαφρύ γιατρού δεν θα 'χεις χρεία.

Ο πνιγμένος απ' τα μαλλιά του πιάνεται.

Ρώτα δύο, ρώτα τρεις και διάβαινε την Πόλη.

Τρίτη μέρα μη δουλέψεις, Σάββατο μη στολιστείς.

Δώσε θάρρος στο χωριάτη να σ ανέβει στο κρεβάτι.

Άνεμος που δεν μποδίζει, άφησέ τον κι ας βουίζει.

Κάμε το καλό και ρίξτο στο γιαλό.

Όποιος κάηκε στο κουρκούτι, φυσάει και το γιαούρτι.

Δάσκαλος που δίδασκε και νόμο δεν εκράτει.

Άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα αλλιώς.

Εκατό ξυλιές στον ξένο κώλο λίγες είναι.

Ας ήξερα δυο γράμματα κι ας είχα ένα μάτι.

Μην καμαρώνεις την αρχή προτού να δεις το τέλος.

Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει.

Ο κλαψιάρης έφαγε τον τραγουδιστή.

Γόνατα που δεν κοπιάζουν, κοιλιά δεν θεραπεύουν.

Παπάς εγίνεις Κώστα; Το 'φερ' η κατάρα.

Όποιος αέρα κι αν φυσάει, ο μύλος πάντα αλέθει.

Όσο να μπει και να βγει η νύφη, στραβώθηκε ο γαμπρός.

Άσκοπος ο νους, διπλός ο κόπος.

Το ποτάμι κοιμάται, ο οχτρός δεν κοιμάται.

Εγώ γελώ με 12 και 13 με μένα.

Η τεμπελιά είν' αδερφή της φτώχειας.

Παρηγοριά στον άρρωστο. ώσπου να βγει η ψυχή του.

Όταν πέσει το δέντρο, ο καθένας κόφτει ξύλα.

Έχε τα πόδια σου ζεστά την κεφαλή σου κρύα,
τον στόμαχόν σου ελαφρύ γιατρού δεν έχεις χρεία.

Δούλευε να φας και κλέψε να ‘χεις.

Πολλοί νεκροί 'που κάθονται στ' αρρώστου το κρεβάτι.

Έκατσε η δουλειά στην πόρτα και κυνήγησε τη φτώχεια.

Ο διακονιάρης τα μπροστινά σακούλια βλέπει.

Και μ' εκατό στη φυλακή και με τα λίγα μέσα.

Η σφίξη βγάνει το λάδι.

Απ' αγάπη, πήρε ο κοχλιός την πεταλούδα.

Έκανε τ' άχυρα κομμάτια.

Κι εγώ κακό χερόβολο και συ κακό δεμάτι.

Δεν έγινα παπάς ν' αγιάσω, έγινα παπάς για να περάσω.

Η φτώχεια τέχνες μάθαινε κι' η αρχοντιά καμάρι.

Τον ξεδιάντροπο φτύνανε κι έλεγε ψιχαλίζει.

Αν κλωτσάς τα γονικά σου, θα το βρεις απ' τα παιδιά σου.

Βαρεί τη θύρα, ν' ακούσει η παραθύρα.

Ο γάμος προσδιάβαινε κι η γριά ξεροχτενιζόταν.

Πάρε σκυλί από μαντρί, γυναίκα από σόι.

Του διακονιάρη καρβέλια δωσ' του. Τις στράτες τις ξέρει.

Από το γάμο έρχομαι και μα την πείνα που 'χω.

Ελάτε γνωστικοί να φάτε του τρελού το βιος.

Βάστα με να σε βαστώ να ανεβούμε στο βουνό.

Αν έχεις τύχη διάβαινε και ριζικό περπάτει.

Αν δε σε θέλουν στο χωριό, μη ρωτάς για του παπά το σπίτι.

Ακόμα δεν τον είδαμε Γιάννη τονε βαφτίσαμε.

Βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα.

Θέλεις θέριζε και δένε, θέλεις δένε και κουβάλα.

Είδε ο τρελός τον μεθυσμένο και φοβήθηκε.

Κι' αν χάθηκαν τα χρήματα, η αρχοντιά απομένει.

Η καλή νοικοκυρά με το κουτάλι γνέθει.

Η ομορφιά είναι μπάλωμα και η γνώση βασίλειο.

Όποιος τρέφει ξένο σκύλο, μόνο το λουρί του μένει.

Ράβε ξύλωνε, δουλειά να μη σου λείπει.

Καλά είναι τα γράμματα, μα νάχει νου και γνώση.

Χίλια καντάρια βούτυρο σε σκύλινο τομάρι.

Αν σ΄ αρέσει μπάρμπα Λάμπρο ξαναπέρνα από την Άνδρο.

Κακό χωριό τα λίγα σπίτια.

Aν θα ξαναγίνου νύφη ξέρου να χαμογελώ.

Άδικος ο δικαστής, αθώος ο κακούργος.

Αντί να βογκάει ο γάιδαρος βογκάει ο καβαλάρης.

Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του.

Βασιλικός στην πόρτα μας κι εμείς τονε ζητούμε.

Όποιος έχει γένια, τρώει με το δεσπότη.

Πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος.

Βάλε μάνταλο στην πόρτα να κοιμάσαι ήσυχος.

Το αίμα νερό δε γίνεται κι αν γίνεται δεν πίνεται.

Αν δώσεις το δάχτυλο σου παίρνουν το χέρι.

Ο κόσμος το έχει τούμπανο και συ κρυφό καμάρι.

Φούρνος να μην καπνίσει.

Θεέ μου, προστάτευε με από τους φίλους μου,
γιατί τους εχθρούς μου τους γνωρίζω!

Άγιος που δεν θαυματουργεί , μήτε δοξολογιέται.

Της καλομάνας το παιδί, το πρώτο να 'ναι κορίτσι.

Του ταξε λαγούς με πετραχήλια.

Μήτε στ' αντρόγυνο χολή , μήτε στ' αδέρφια μάχη.

Όποιος σκάβει το λάκκο του αλλουνού πέφτει ο ίδιος μέσα.

Ήρθα εδώ να ξανασάνω κι εύρηκα μαλλί να ξάνω.

Του φτωχού το εύρημα, ή καρφί ή πέταλο.

Ξεφόρτωσε τη την ελιά, να σε φορτώσει λάδι.

Ψάχνει ψύλλους στ' άχυρα.

Η πλούσια χήρα με το ένα μάτι γελάει και με το άλλο κλαίει.

Του παιδιού μου το παιδί, μου είναι δυό φορές παιδί.

Από σιγανό ποταμό ψηλά τα ρούχα σου.

Τα λόγια σου με χόρτασαν και το ψωμί σου φάτο.

Του δίνανε τα παξιμάδια και αυτός τα ήθελε βρεγμένα.

Όπως έστρωσες θα κοιμηθείς.

Άφησε το γάμο και πάει για πουρνάρια.

Το χορεύει στο ταψί.

Όσα πάνε-όσα έρθουνε!

Ρόδα είναι και γυρίζει.

Της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελάει.

Ψωμί να μη λείψει και φούρνος να μη ραγίσει.

Όταν διψάει η αυλή σου νερό έξω μη χύσεις.

Εχύθηκε το λάδι μας κι εμπήκε στο πιθάρι μας.

Όσα φέρνει η ώρα δε τα φέρνει ο χρόνος.

Ο νηστικός καρβέλια ονειρεύεται.

Στον πεινασμένο κανένα ψωμί δε φαίνεται μαύρο.

Όποιος έρχεται πρώτος, αλέθει πρώτος.

Όταν κοιμάται ο γιόκας μου ψωμί δε μας γυρεύει.

Νάτανε η ζήλεια ψώρα θα γέμιζε όλη η χώρα.

Το χρήμα πολλοί εμίσησαν, τη δόξα ουδείς.

Ξερό ψωμί, κόκκινα μάγουλα.

Όποιος καεί με το χυλό, φυσάει και το γιαούρτι.

Όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες.

Τι κάνεις Γιάννη; Κουκιά σπέρνω.

Όποιος τρώει κάθε μέρα παντεσπάνι, λαχταρά το ψωμί.

Ανύπαντρος προξενητής, για πάρτη του γυρεύει.

Παστρική καλή Θοδώρα το τσαρούχι μέσ' την πίτα.

Ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται.

Όπoιος βιάζεται σκoντάφτει.

Το ραβδί έχει δύο άκρες.

Δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά.

Ακριβός στα πίτουρα και φτηνός στ' αλεύρι.

Άλλος έχει το όνομα κι άλλος έχει τη χάρη.

Καλλιά 'ναι η μάνα του φονιά παρά του σκοτωμένου.

Μας έμαθαν οι Κρητικοί πως είμαστε Χανιώτες.

Καλλιά 'ναι δυο κακοί παρ' ένας αντρειωμένος.

Μάθε τέχνη κι άστην και άμα πεινάσεις πιάσ' τηνε.

Πέσε πίτα να σε φάω.

Ό,τι σπέρνεις θερίζεις.

Όποιου το ψωμί τρώω, αυτού το τραγούδι τραγουδώ.

Αλλού το όνειρο κι αλλού το θαύμα.

Η δουλειά δεν είναι ντροπή.

Δε με θλίβει που πεθαίνω, μα που όσο ζω μαθαίνω.

Καθαρός ουρανός, αστραπές δε φοβάται.

Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα.

Δυο γελάν, κάτι ξέρουν. Ένας γελάει, τρελός είναι.

Όποιος έχει τα γένια έχει και τα χτένια.

Τ' αμπέλι θέλει αμπελουργό, το σπίτι νοικοκύρη.

Καιρός πανιά, καιρός κουπιά.

Αν δεν πάθεις δεν θα μάθεις.

Ίδιο πρόσωπο έρχεται, ίδιο μαντάτο φέρνει.

Από πίτα που δεν τρως τι σε νοιάζει και αν καεί.

Και με τα χίλια βάσανα πάλι η ζωή γλυκιά είναι.

Θέλεις το φτωχό να σκάσεις: Πες του λίρες να σ' αλλάξει.

Άδουλος δουλειά δεν έχει το βρακί του λύει και δένει.

Βρήκε ο γύφτος τη γενιά του κι' αναγάλιασε η καρδιά του.

Όταν δεν πάει το βουνό στον Μωάμεθ, πάει ο Μωάμεθ στο βουνό.

Στραβός στραβό οδήγαγε κι ηύραν κι οι δυό το βράχο.

Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα μη λες.

Αμαρτία εξομολογημένη, η μισή συγχωρεμένη.

Το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι.

Κάθε αρχή και δύσκολη.

Τι έχεις Γιάννη; Τι είχα πάντα.

Κάλλιο σταυρός στην πόρτα σου, παρά στην εδική μου.

Κάθε εμπόδιο σε καλό.

Ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται.

Το στραβό το ξύλο η φωτιά το σιάζει.

Σάπιο σανίδι μην πατάς.

Θού Κύριε φυλακή τω στόματί μου.

Ψωμί δεν έχουμε τυρί ζητάμε.

Ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται.

Χορτάτος τον πεινασμένο δεν τον πιστεύει.

Οποίος βαριέται να ζυμώσει πέντε μέρες κοσκινίζει.

Μη σου δίνει ο Θεός όσα μπορείς ν' αντέξεις.

Το αγώι ξυπνάει τον αγωγιάτη.

Κάλλιο χήρα κακομοίρα, παρά κακοπαντρεμένη.

Των φρονίμων τα παιδιά, πριν πεινάσουν μαγειρεύουν.

Μνημόσυνο με ξένα κόλλυβα.

Μην κοιτάς το δάχτυλο που δείχνει το φεγγάρι.

Καλύτερα πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στη πόλη.

Ο κακός γείτονας κάνει τον καλό νοικοκύρη.

Με στραβό σαν κοιμηθείς το πρωί γκαβίζεις.

Η καλή η μέρα από το πρωί φαίνεται.

Αν έχεις τύχη διάβαινε και ριζικό καρτέρει.

Καλομελέτα κι έρχεται.

Εφτού που είσαι ήμουνα και δω που είμαι θα ' ρθεις.

Η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη.

Ο Μανόλης με τα λόγια χτίζει ανώγια και κατώγια.

Ο πνιγμένος απ' τα μαλλιά του πιάνεται.

Μπρος τα κάλλη τι είν' ο πόνος.

Παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είναι μπαλωμένο.

Ακριβός στα πίτουρα και φθηνός στ' αλεύρι.

Ο παπάς πρώτα βλογάει τα γένια του.

Όχι Γιάννης, Γιαννάκης.

Με το στόμα μπάρα μπάρα με τα χέρια κουλαμάρα.

Κάθε ημέρα δεν είναι τ' Αϊ Γιαννιού.

Όποιος σπέρνει θύελες, θερίζει καταιγίδες.

Ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς.

Χίλιες φορές στη βρύση το σταμνί, μα μία για να σπάσει.

Όποιος σκάβει το λάκκο τ' αλλουνού, πέφτει ο ίδιος μέσα.

Άλλος έχει τ' όνομα κι άλλος τη χάρη.

Από ρόδο βγαίνει αγκάθι κι από αγκάθι βγαίνει ρόδο.

Όπου γάμος και χαρά, η Βασίλω πρώτη.

Κάθε αρχή και δύσκολη.

Νηστεύει ο δούλος του Θεού, γιατί δεν έχει να φάει.

Αγάλι αγάλι το φιλί για να 'χει νοστιμάδα.

Βρήκε ο Φίλιππος το Ναθαναήλ.

Παπά παιδί διαβόλου γκόνι.

Ότι σπέρνεις θα θερίσεις.

Άσχημο στην κούνια, όμορφο στη ρούγα.

Σ' εσέ το λέω πεθερά, για να τ' ακούσει η νύφη.

Όλα τα 'χε η Μαριορή, ο φερετζές της έλειπε.

Παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είναι μπαλωμένο.

Άλλος σπέρνει, άλλος θερίζει.

Η τιμή τιμή δεν έχει και χαρά στον που την έχει.

Το μάτι σπάει την πέτρα.

Πάρ' τον στο γάμο σου να σου πει και του χρόνου.

Όλα εδώ πληρώνονται.

Ένα το 'χει η Μαριορή το στεγνώνει το φορεί.

Σαν δεν αστράψει, δε βροντά.

Περήφανος καλόγερος, άδεια τα σακούλια του.

Όλοι κλαίν τον πόνο τους κι ο μυλωνάς τ' αυλάκι.

Αν δεν παινέψεις το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει.

Το βουνό δε φοβάται από τα χιόνια.

Πέρσι κάηκε, φέτος μύρισε.

Δεν τον πιάνεις ούτε στο σακί ούτε στο σακούλι.

Οι δρόμοι είναι ανοικτοί και τα σκυλιά δεμένα.

Βρήκαμε παπά, ας θάψουμε πεντ΄έξι.

Όπου βγάνεις και δεν βάνεις γλήγορα στο πάτο φτάνεις.

Σαν είσαι και παπάς με την αράδα σου θα πας.

Γιος ο γαμπρός δε γίνεται κι η νύφη θυγατέρα.

Καινούργιο κοσκινάκι μου, και που να σε κρεμάσω.

Πολλές φορές πάει η κολοκύθα για νερό, μία πάει και δε γυρίζει.

Όποιος βρωμίζει τη θάλασσα το βρίσκει στο αλάτι.

Στο μπόι σου βρίσκεις, στην γνώμη σου δε βρίσκεις.

Τα λόγια γυρίζουν το ποτάμι.

Από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια.

Τι έχεις Γιάννη , τι είχα πάντα.

Εκεί που είσαι ήμουνα κι εκεί που είμαι θάσαι.

Κάνε με σοφό, να σε κάνω πλούσιο.

Η νύφη όντας θα γεννηθεί της πεθεράς θα μοιάσει.

Το φτωχό και το χωριάτη ξένη έγνοια το γερνάει.

Aναστεναγμό ν' ανοίξεις θα σε ρίξει χάμου ο άνεμος.

Άνθρωπος χωρίς υπομονή, λυχνάρι δίχως λάδι.

Κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά.

Όσα ξέρει ο νοικοκύρης, δε τα ξέρει μουσαφίρης.

Πιες μόνο νερό, να' χεις κεφάλι καθαρό.

Η φθήνεια τρώει τον παρά.

Πνίγεσαι σε μια κουταλιά νερό.

Κάλλιο πέντε και στο χέρι, παρά δέκα και καρτέρει.

Μην το πεις ούτε του παπά.

Έλα παππού να σου δείξω τ'αμπελοχώραφά σου!

Τρώγοντας έρχεται η όρεξη.

Μάτια που δε βλέπονται γρήγορα λησμονιούνται.

Τι κι αν σε δέρνουν δεκατρείς, αν δε σε δέρνει ο νους σου.

Όπου έχει δυο αγαπητικές χαρά έχει μεγάλη,
γιατί όταν μαλώνει με τη μια κινάει και πάει στην άλλη.

Τα στερνά νικούν τα πρώτα.

Οι εχθροί καταστρέφονται όταν γίνονται φίλοι.

Τρελός ράφτης, μακριά κλωστή.

Όπου φτωχός κι η μοίρα του.

Γελάει καλά όποιος γελάει τελευταίος.

Το αίμα νερό δε γίνεται.

Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.

Μην κακολογάς το σπίτι σου, μην πέσει και σε πλακώσει!

Το ράσο δεν κάνει τον παπά.

Χάρε χαρά που μου 'φερες και λύπη που μου πήρες.

Κάλλιο άσχημη φάτσα παρά άσχημη γλώσσα.

Το γαρούφαλο είναι μαύρο μα πουλιέται με το δράμι.

Ο τρελός είδε το μεθυσμένο και φοβήθηκε.

Κάλλιο αργά παρά ποτέ.

Χωριό που φαίνεται κολαούζο δε θέλει.

Λέγε λέγε το κοπέλι, κάνει την κυρά και θέλει.

Το γύφτο κάναν βασιλιά κι αυτός γύρευε ρείκια.

Εκεί που καρτερώ να ξεχειμάσω, πέφτει το χιόνι και με πλακώνει.

Ψάλε δεσπότη, με πονεί το δάχτυλο μου.

Μαύρη μοίρα που 'χεις άντρα, όλοι παν και δε γυρίζουν εσύ πας κι έρχεσαι.

Η φτώχεια φέρνει γκρίνια.

Καλύτερα να γλιστρήσεις με τα πόδια παρά με τη γλώσσα.

Κι ο άγιος φοβέρα θέλει.

Άκουσε γέρου συμβουλή και παθημένου γνώμη.

Αν έχεις νύχια ξύνεσαι.

Σακάκι πληρώνεις, σακάκι παίρνεις. Μανίκι πληρώνεις, μανίκι παίρνεις.

Μην τάξεις σ' Άγιο κερί και σε παιδί κουλούρι.

Μη δεις ψηλό και φοβηθείς, κοντό κι αναθαρρέψεις.

Χαρά του δρόμου θλίψη του σπιτιού.

Φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό τον Γιάννη.

Του παιδιού μου το παιδί, μου είναι δυο φορές παιδί.

Κάνει το λογαριασμό, χωρίς τον ξενοδόχο.

Μπάτε σκύλοι αλέστε.

Πως πάν' αράπη τα παιδιά σου, όσο πάνε και μαυρίζουνε.

Μια στο καρφί και μια στο πέταλο.

Άρχοντα, αν πιάσεις φίλο, γράψου σκλάβος να ξεγνοιάσεις.

Ψωμί δεν έχουμε τυρί ζητάμε.

Κατά μάνα και πατέρα κατά γιος και θυγατέρα.

Η γαϊδούρα σαράντα πουλάρια έκανε και το σαμάρι δεν της έλειψε.

Όπου φτωχός κι η μοίρα του.

Άλλοι σπέρνουν, άλλοι θερίζουν.

Ποιος στραβός δε θέλει το φως του.

Χαρτιά γραμμένα, στόματα βουλωμένα.

Στην γειτονιά τριαντάφυλλο και μεσ' το σπίτι αγκάθι.

Κύλησε ο τέντζερης και βγήκα από μέσα!

Νιάτα δουλεμένα, γερατειά αναπαυμένα.

Όταν έχεις και δεν τρως, πρέπει να σε δει γιατρός.

Ο έρως χρόνια δεν κοιτά.

Γάμος εις τα γηρατειά ή σταυρός ή κέρατα.

Ο λωλός, αν δεν κουραστεί δεν κάθεται.

Λείψε από την κακή την ώρα, για να ζήσεις χίλιους χρόνους.

Τα δανεικά τα ρούχα ζεστασιά δεν σου κρατούν.

Κάνε το καλό και ρίξτο στο γυαλό.

Δίχως προδότη, κάστρο δεν πατιέται.

Μη θωρείς με πως κουτσαίνω, δες την ίσια μου τη μοίρα.

Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια.

Σαπουνίζοντας γουρούνι, χάνεις χρόνο και σαπούνι.

Κάλλιο' χω σήμερα τ' αυγό περί αύριο την κότα.

Η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη.

Σώπα συ να κρίνω γω, σήκω συ να κάτσω γω.

Κρασί σε πίνω για καλό και συ με πας στο βράχο.

Όποιος έχει γρόσια στην παλάσκα όπου θέλει κάνει Πάσχα.

Ψωμί μη λείψει σπίτι μας και φούρνος να μη καπνίσει.

Το γοργό και χάριν έχει.

Φυλάξου απ' άνθρωπο σπανό και μαλλιαρή γυναίκα.

Όμοιος ομοίω αεί πελάζει.

Ως που ν' ανεβοκατεβεί του Τούρκου το σπαθί κάτι γίνει.

Να ζήσει όποιος μ' έβρισε, να σκάσει όποιος μου το 'πε.

Ο γέρος κι αν στολίζεται, σ' ανηφοριά γνωρίζεται.

Χοντρή μπουκιά μη φας και χοντρό λόγο μη πεις.

Μικρό μικρό τ' αλώνι σου μ' ας είν' κατάδικο σου.

Όλοι οι καλοί μαζί, κι ο ψωριάρης χώρια.

Όποιος αέρα κι αν φυσάει, ο μύλος πάντα αλέθει.

Η καλή νοικοκυρά είναι δούλα και κυρά.

Όσο να μπει και να βγει η νύφη, στραβώθηκε ο γαμπρός.

Μου' κανες τη μέρα δάκρυ και τη νύχτα συμφορά.

Αργυρό το μίλημα και χρυσό το σώπα.

Όποιος αγοράζει περιττά πουλά τα αναγκαία.

Να ξαναγενόμουν νύφη, θα 'ξερα να προσκυνήσω.

Άνθρωπο από σπίτι και σκύλο από μαντρί.

Να λείπαν τα πιπέρια μου να ιδώ τις μαγεριές σου.

Ξύδι χάρισμα, γλυκό σαν μέλι.

Όπου αγάλι-αγάλι περπατεί, μακριά μπορεί να πάει.

Η καλή νοικοκυρά απ' τα ρούχα της φαίνεται.

Αν δε λαλήσουν τα όργανα, κι αν δε σφαχτεί ο τράγος,
απίστευτο μου φαίνεται να ‘ναι δικός μου ο γάμος.

Ακριβός στα πίτουρα και φτηνός στ' αλεύρι.

Ούτε κότες έχω, ούτε με την αλπού μαλώνω.

Νιος ήμουνα και γέρασα.

Όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος.

Τα μυαλά σου και μια λίρα και του μπογιατζή ο κόπανος.

Όποιος χάνει στα χαρτιά κερδίζει στην αγάπη.

Το κρασί όσο παλιώνει, τόσο δυναμώνει.

Του διακονιάρη καρβέλια δωσ' του. Τις στράτες τις ξέρει.

Ξένο ψωμί ήταν που ‘τρωγε, δικό του το μαχαίρι.

Δες το μικρό πολυξερούλι, στον ώμο παίρνει το σακούλι.

Άνεμος που δεν μποδίζει, άφησέ τον κι ας βουίζει.

Ας ήξερα δυο γράμματα κι ας είχα ένα μάτι.

Μην καμαρώνεις την αρχή προτού να δεις το τέλος.

Κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι.

Τρίτη μέρα μη δουλέψεις, Σάββατο μη στολιστείς.

Αν κλωτσάς τα γονικά σου, θα το βρεις απ' τα παιδιά σου.

Εγώ γελώ με δώδεκα και δεκατρείς με 'μένα.

Δώσε θάρρος στον χωριάτη να σ'ανέβει στο κρεβάτι.

Τι του λείπει του ψωριάρη, φούντα με μαργαριτάρι.

Με το νου πλουταίν' η κόρη, με τον ύπνο η ακαμάτρα.

Από φτωχό μη δανειστείς, τι περπατεί και κλαίει.

Η καλή νοικοκυρά με το κουτάλι γνέθει.

Κίνησε ο Εβραίος στο παζάρι κι'ήταν η μέρα Σάββατο.

Η ομορφιά είναι μπάλωμα και η γνώση βασίλειο.

Ο γάμος προσδιάβαινε κι η γριά ξεροχτενιζόταν.

Φίλος επιζήμιος εχθρός επικαλείται.

Θείος κι ανηψιός, διάολος και μισός.

Ο ξένος και ο ποταμός τον τόπο τους γυρεύουν.

Στείλε στους γύφτους να βρεις προζύμι.

Γιός ο γαμπρός δε γίνεται κι η νύφη θυγατέρα.

Φωνάζει ο κλέφτης για να φοβηθεί ο νοικοκύρης.

Σηκωθήκαν τα ποδάρια να βαρέσουν το κεφάλι.

Πολλοί νεκροί 'που κάθονται στ' αρρώστου το κρεββάτι.

Στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα.

Στην αναβροχιά, καλό είν' και το χαλάζι.

Χαρτιά γραμμένα, στόματα βουλωμένα.

Όποιος δεν έχει μυαλό έχει πόδια.

Αδέρφια αγαπημένα, κάστρα που δεν παίρνονται.

Χωρίς κουπιά και άρμενα, Αϊ-Νικόλα βόηθα.

Κάλιο θλίψη παρά τύψη.

Άδης στον άδη και βρωμάει και τυρίλιας. (Παξοί)

Αδέρφια ενωμένα, σπίτια ευτυχισμένα.

Άγνωστοι αι βουλαί του Κυρίου.

Κάνε το καλό και ρίξτο στο γυαλό.

Όπου βλέπεις μάσα κάτσε κι όπου βλέπεις ξύλο τρέχα.

Αγάπα το γείτονά σου αλλά μη γκρεμίζεις και το φράχτη.

Το καλό πράγμα αργεί να γίνει.

Αγροίκου μη καταφρόνει ρήτορος.

Τι χοντρό κεφάλι που 'χεις. Με στενεύει η σκούφια σου.

Άδειο σακί δε στέκεται, γεμάτο δε λυγάει.

Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.

Άγιας Άννης να λογιέσαι και να μη δοξολογιέσαι. (Παξοί)

Τώρα στα γεράματα, μάθε γέρο γράμματα.

Άδουλος δουλειά δεν έχει, το βρακί του λύει και δένει.

Σήμερα κινήσαμε κι αύριο πόσες έχουμε.

Αγρόν ηγόραζεν.

Αγάλια αγάλια κόνευε, αν θέλεις να προφτάσεις.

Άδειο σακί ορθό δεν κάθεται.

Το ξέρει ο Αχμέτ, ο Μεχμέτ, και ο κόσμος όλος.

Μη μου πολυψηλώνεσαι γιατί ψηλός δεν είσαι,
και το χωριό σου είναι κοντά,και ξέρω τίνος είσαι.

Αγέρας και γυναίκα δεν κλειδώνονται

Σ' έναν δίνουν και δεν παίρνει, άλλον δέρνουν και δε φεύγει.

Άδουλος δουλειά δεν είχε το σκοινί λύνει και δένει. (Παξοί)

Ύστερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα.

Στο σπασμένο το σακί θέλεις βάλε θέλεις μη.

Άγουρος προξενητής για λόγου του κοιτάει.

Εγέλασες με μια φορά, ανάθεμα σε σένα,
εγέλασες με δυό φορές, ανάθεμα μου εμένα.

Ρωμιών καυγάς, Τούρκων χαλβάς.

Άβουλα του Θεού φύλλον 'κι λαΐσκεται. (Ποντιακή)

Όποιος παινιέται μόνος του και δεν τον επαινούνε,
ας είναι παραβέβαιος, ότι τόνε περιγελούνε.

Τα πολλά πνίγουν τον άντρα και τα λίγα τη γυναίκα.

Αγάπαγε η Μάρω το χορό βρήκε και άντρα χορευτή.

Αγιούτο στην αδυναμιά. (Παξοί)

Το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι.

Αδερφός, κι ας ειν' κι οχτρός. (Κεφαλονίτικη)

Αγοράζει μα δεν πουλεί. (Παξοί)

Άγιος που δε θαυματουργεί, μηδέ δοξολογιέται.

< Προηγούμενα   Επόμενα >

Έχετε πρόβλημα με την εκτύπωση;

Διαβάστε περισσότερα...
Νέο στα Παιδικά,,,
Who's Online
Έχουμε 133 επισκέπτες σε σύνδεση
Info

Add to Google
 Βάλτε στα Αγαπημένα
 
 

Επισκέπτες: 463045089
1821 εγγεγραμμένοι
Τελευταίος: VASSILIKI